Της βροχής...

vroxi bw

του Δημήτρη Καπράνου

Και ξαφνικά, άνοιξαν οι ουρανοί! Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα., από το να βγεις από το σπίτι σου πρωί-πρωί, να μην έχεις πάρει χαμπάρι ότι θα επακολουθήσει νεροποντή και να φύγεις χωρίς ομπρέλα! Είχα, μάλιστα, τη φαεινή ιδέα να περπατήσω από το σπίτι μέχρι τη στάση και να πάω στο κέντρο μες το τρόλεϊ. Μέχρι να διασχίσω τα πενήντα μέτρα που με χώριζαν από το στέγαστρο, η βροχή είχε διαπεράσει το λεπτό μπουφάν, είχε ποτίσει με ταχύτητα φωτός την μπλούζα και είχε μετατρέψει το στέρνο και την πλάτη μου σε ρυάκια!
"Πρέπει να γυρίσω πίσω να αλλάξω" σκέφτηκα και πήρα το δρόμο προς το σπίτι. Δεν είχαν περάσει πέντε λεπτά από το άνοιγμα του καταπετάσματος και ο δρόμος είχε γίνει χείμαρρος! Τα πάνινα παπούτσια είχαν γίνει βάρκες, το τζιν είχε ήδη πανιάσει και όταν έφθασα στην πόρτα, πρέπει να είχα επάνω μου τόσο νερό, όσο ένα σφουγγάρι στα βάθη του ωκεανού. Ανέβηκα στο δωμάτιο , έβγαλα τα ρούχα και τα...έστυψα στην (ευτυχώς σκεπαστή) βεράντα. Από "σπορτίφ" βρέθηκα ξαφνικά να φοράω "κανονικά" ρούχα, ένα αδιάβροχο, παπούτσια "παντός καιρού" κι εκείνη την τεράστια ομπρέλα που έχω αγοράσει από χρόνια, στο Λονδίνο.
Περπάτησα μέχρι το αυτοκινητάκι, πατώντας πότε στις μύτες και πότε στα τακούνια, σαν χήνα! Έβαλα στο φουλ τους καθαριστήρες και πέταξα στο πλάι την ομπρέλα. Από την Καστέλα μέχρι το κέντρο του Πειραιά, στο παλαιό Ταχυδρομείο, χρειάστηκα περίπου μισή ώρα. Είναι που είναι χάλια η πόλη με τα σκαψίματα, έπιασε και η μπόρα και απόγινε! Ευτυχώς, η Λίτσα Μπαφούνη, διευθύντρια Πολιτισμού του Δήμου, είχε ζεστό καφέ. Όποιος έμπαινε στην αίθουσα της σημερινής Πινακοθήκης, ήταν μούσκεμα!
"Έχει να ρίξει ακόμη πολλή βροχή, η Κούλουρη είναι ,κατάμαυρη" είπε ο θυρωρός, που ξέρει τα κατατόπια. Οι παλαιοί, όταν έβρεχε, κοίταζαν προς την Σαλαμίνα. Κι αν έβλεπαν σύννεφα, αποφαίνονταν ότι "Θα ρίξει με το τουλούμι", όπως και έριξε! "Εσύ πως και δεν βράχηκες;" με ρώτησε ο Γρηγόρης Ξανθός. "Ε, είχα λάβει τα μέτρα μου" είπα, αποκρύπτοντας το μουσκίδι που είχα υποστεί.
Η εκδήλωση τελείωσε, έφυγα γεμάτος μελωδίες και με μια συνέντευξη του Πεπίνο ντι Κάπρι ( κανένας άλλος δημοσιογράφος από τα "μεγάλα" ΜΜΕ δεν έκανε τον κόπο) και πήγα στο πάρκινγκ , πίσω από την Πινακοθήκη να πάρω το αυτοκίνητο. "Μπέντε ευρώ" μου λέει ο αλλοδαπός φύλαξ. Ψάχνω τις τσέπες μου, άδειες! Να πάρει η ευχή, άλλαξα πανταλόνι και δεν πήρα χρήματα! "Ξέρεις, ξέχασα τα λεφτά σπίτι" του λέω. "Μπέντε ευρώ" απαντά, άκαμπτος! "Θα πάω να στα φέρω" λέω και κάνω να μπω στο όχημα. "Μπέντε ευρώ"επιμένει ο φύλαξ, που κρατάει τα κλειδιά. Μου τα έδωσε ο Γρηγόρης και γλίτωσα. Άτιμη βροχή...