Τα καλά του μνημονίου

kapranos rect

Του Δημήτρη Καπράνου

Η γυναίκα μου επέμενε να κάνουμε κούλουμα στο χωριό. "Έχω μιλήσει με τη θεία, μας έχουν επιθυμήσει, μας περιμένουν οπωσδήποτε" μου είχε διαμηνύσει.
Ως αρχηγός της οικογενείας, έχων τον πρώτο και τελευταίο λόγο, υπάκουσα αμέσως. Εξέφρασα, όμως, χαμηλοφώνως, κάποιες ενστάσεις.
-Ξέρεις, ο καιρός θα είναι καλός και αναμένεται τεράστια έξοδος. Η Αθήνα αναμένεται να εκδράμει για τον χαρταετό και τα νηστίσιμα στην επαρχία. Μήπως είναι καλύτερα να κάτσουμε εδώ, να το ευχαριστηθούμε, χωρίς τρεχάματα;
Ο κύβος, όμως, είχε ριφθεί, οι αντιρρήσεις μου κατεγράφησαν και το πρωί του Σαββάτου της Αποκριάς, άρχισα να φορτώνω την μπαγκαζιέρα.
Δεν υπάρχει χειρότερη τιμωρία από του να κουβαλάς ένα ολόκληρο νοικοκυριό για ένα Σαββατοκύριακο. Σεντόνια, μαξιλαροθήκες, την ηλεκτρική κουβέρτα, τα πατίνια της μικρής, το παπλωματάκι της, αλλά κι ένα διπλό για τα παιδιά κι ένα για τους παππούδες, κάμποσα μπουκάλια εμφιαλωμένο νερό, καθώς ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου τύχει, τα πακέτα με τα δώρα για τους συγγενείς στο χωριό, την τσόντα με τα αθλητικά των παιδιών, που θέλουν να κάνουν τζόγκινγκ στο δάσος του χωριού (ανάθεμα κι αν προλάβουν καν να την ανοίξουν) κι ένα σωρό "τζάντζαλα-μάντζαλα", που έλεγε η γιαγιά μου.
Τα φόρτωσα όλα και περίμενα τους άλλους, ως συνήθως συμβαίνει με τους παππούδες και μπαμπάδες.
Η εγγονή μας, φυσικά, δεν είχε να σκάσει για οτιδήποτε και μου έκανε παρέα, με όλα τα παρελκόμενα.
-Παππού, γιατί πάμε στο χωριό;
-Επειδή το αποφάσισε η γιαγιά.
-Εσύ δεν το ήθελες;
-Δεν έχει σημασία τι θέλω εγώ όταν το θέλει η γιαγιά.
-Ναι, αλλά η γιαγιά λέει ότι εσύ είσαι το κεφάλι της οικογένειας.
Εκεί αρχίζεις να προβληματίζεσαι αλλά και να εκτιμάς τη συμβία, που σε κρατά ψηλά στα μάτια του εγγονιού. Έτσι, αποφασίζεις να φερθείς αναλόγως.
-Ναι, μωρό μου, αλλά η γιαγιά είναι το μυαλό! ( Τι είπα, ο άνθρωπος, δεν παίζομαι!).
-Δηλαδή εσύ δεν έχεις μυαλό, παππού;
Με διέσωσε η από μηχανής θεά συμβία, ακολουθούμενη από τον υιό και τη νύφη μας.
-Ελάτε, έχουμε αργήσει! μου λέει, λες και εγώ είμαι εκείνος που καθυστέρησα.
Είχαν περάσει δυο και πλέον ώρες και ακόμη βρισκόμασταν στα διόδια της Ελευσίνας! Στο τρίωρο πιάναμε Κινέττα και στο τετράωρο πλησιάζαμε στη διχάλα προς Τρίπολη.
-Κοντεύουμε! Είπε η σύζυγος.
- Θέλουμε τουλάχιστον ένα δίωρο μέχρι την Τρίπολη κι άλλη μια ώρα ως το χωριό! της είπα. Έξι ώρες στο αυτοκίνητο, για να δούμε τη θειά σου, που θα μπορούσαμε να τη δούμε ένα άλλο Σαββατοκύριακο, χωρίς ταλαιπωρία.
-Εμ' εσύ λύσσαξες να κάνουμε κούλουμα στο χωριό! μου είπε και κόντεψε να μου φύγει το τιμόνι και τα μαλλιά!
-Έχει δίκιο η γιαγιά! είπε η μικρή που μόλις είχε ξυπνήσει κι εγώ άρχισα να μονολογώ στα ιταλικά, που δεν γνωρίζει κανείς από την οικογένειά μου...
Ας είναι καλά το μνημόνιο, εφέτος θα μείνουμε σπίτι!